Με απασχόλησε έντονα αυτές τις μέρες το φιλοσοφικό ζήτημα που έθεσε ο Γιάννος Περλέγκας αποχαιρετώντας τον Βασίλη Παπαβασιλείου.
Αν και το λεξικό ορίζει την τύψη ως δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που προκαλείται από το συναίσθημα της ενοχής, ο Παπαβασιλείου μπορούσε να διακρίνει τις δύο ψυχικές καταστάσεις.
Οι τύψεις, όπως τις περιέγραψε, δεν είναι απλώς μια μορφή ενοχής ή ηθικής αυτοτιμωρίας. Είναι ένα βαθύτερο, αλλά και ελαφρύτερο συναίσθημα, «είναι το σκοτάδι που αντέχει την ιδέα έστω του φωτός, που ολοκληρώνεται μέσα του. Ελληνικό πράγμα η τύψη».
Η ψυχαναλυτική θεωρία περιγράφει την ενοχή ως σύγκρουση ανάμεσα σε εσωτερικευμένες ηθικές αρχές και ασυνείδητες επιθυμίες. Η τύψη, όμως, κατά τον Παπαβασιλείου, είναι μία ειδική πνευματική κατάσταση επίγνωσης αυτής της σύγκρουσης που εκφράζεται με μία στάση κατάφασης στη ζωή, ένα «σκοτάδι» που αντέχει το φως της αυτογνωσίας και του λόγου.
Στην ελληνική σκέψη το υποκείμενο αντλεί από τα βάθη του λόγου, ενσωματώνει την αμφιβολία και φτάνει διαλεκτικά στην επίγνωση. Σε αυτή τη διαδικασία αναπτύσσεται το θάρρος να ζεις με το βάρος της επίγνωσης και, όσο ο πολιτισμός δεν μπορεί να συμφιλιώσει τις αντίρροπες δυνάμεις, το θάρρος εκδηλώνεται μέσα από την τέχνη, ως θαύμα της ποίησης.
Και έχει γράψει ο Ρίτσος αυτόν τον υπέροχο στίχο:
ο δρόμος όλος πάει απ’ τη σφιγμένη απόφαση ως την τύψη, κι αντίστροφα πάλι
